αναλώνω


αναλώνω
αναλώνω, ανάλωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναλώνω — (Μ ἀναλώνω) [ἀναλῶ Ι] για νεοελλ. σημ. βλ. ἀναλίσκω μσν. 1. κυριεύω 2. φονεύω 3. καταστρέφω 4. καταργώ, διαγράφω …   Dictionary of Greek

  • αναλίσκω — (Α ἀναλίσκω και ἀναλῶ, όω, Ν και αναλώνω) 1. δαπανώ, ξοδεύω, καταναλώνω 2. ξοδεύω αλόγιστα, κατασπαταλώ 3. φθείρω, καταστρέφω σιγά σιγά (στα αρχ. μόνο στην παθ.) αρχ. 1. (για πρόσωπα) σκοτώνω, καταστρέφω 2. παθ. (για πράγματα) εκλείπω, μέ πετούν …   Dictionary of Greek

  • αναλωτός — ή, ό 1. αυτός που μπορεί να αναλωθεί, καταναλώσιμος, καταναλωτός 2. αυτός που υπόκειται σε φθορά, που μπορεί να καταστραφεί. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναλώνω. Η λ. μαρτυρείται στον φιλόλογο και φιλόσοφο Φίλιππο Ιωάννου (1796 1880)] …   Dictionary of Greek

  • διαβιώ — ( όω) (ΑΝ) περνώ τη ζωή μου, ζω αρχ. 1. αναλώνω όλη τη ζωή μου 2. συντηρώ τη ζωή μου …   Dictionary of Greek

  • θρυπταμίνη — και τρυπταμίνη, η (βιοχ.) χημική ουσία που απαντά σε ορισμένα φυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ελληνογενούς (ως προς το α συνθετικό του) ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. tryptamin < trypt (πρβλ. τρύω «αναλώνω, καταστρέφω») + amine (πρβλ. αμίνη)] …   Dictionary of Greek

  • θρυπτοφάνη — η (βιοχ.) αμινοξύ, πρόδρομος τής σεροτονίνης και τού νικοτιναμιδίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. tryptophan < trypto (πρβλ. τρύω «αναλώνω, καταστρέφω) + phan (πρβλ. αόρ. β ε φάν ην τού φαίνω)] …   Dictionary of Greek

  • θρυπτοφανάση — η (βιοχ.) ένζυμο που περιέχεται σε ορισμένα βακτήρια και το οποίο καταλύει τον σχηματισμό ινδολίου από θρυπτοφάνη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. tryptophanase < trypto (πρβλ. τρύω «αναλώνω, καταστρέφω) + phan (πρβλ. ε φάνην τού φαίνω) +… …   Dictionary of Greek

  • καταναλίσκω — και καταναλώνω (AM καταναλίσκω) 1. εξαντλώ κάτι χρησιμοποιώντας το («το αυτοκίνητό μου καταναλώνει πολλή βενζίνη») 2. δαπανώ, ξοδεύω (α. «η οικογένεια καταναλίσκει πολλά χρήματα για τα φροντιστήρια τών παιδιών» β. «εἰς τὴν στρατιὰν τάλαντα μύρια… …   Dictionary of Greek